διάπονος

διάπον-ος, ον, of persons,
A exercised, hardy,

δ. τὰ σώματα Plu.Mar.26

, al., cf. Onos.1.1.
2 worn out,

σῶμα δ. πρός τι Plu.2.135f

.
II Adv. -νως with labour or toil, Id.Fab.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπόνως — διάπονος exercised adverbial διάπονος exercised masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάπονον — διάπονος exercised masc/fem acc sg διάπονος exercised neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπόνοις — διάπονος exercised masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπόνου — διάπονος exercised masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάπονοι — διάπονος exercised masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.